αμυσχρός

ἀμυσχρός, -ά, -ὸν (ΑΜ) (Μ και ἀμυχρὸς και ἀμυχνός, -ή, -όν)
αμόλυντος, καθαρός, αγνός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερ. + μύσκος «μίασμα, κήδος» (Ησύχ.), ή μύσος «ακαθαρσία, μόλυνση, μίασμα». Πρόκειται για εκφραστικό επίθετο σε -χρος (ἀμυσχρός: ἀμύσσω κατά το βδελυχρός: βδελύσσω). Ο υπερωϊκός φθόγγος σε τέτοιες εκφραστικές λέξεις είναι συχνά δασύς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀμυσχρός — undefiled masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμυσχρά — ἀμυσχρός undefiled neut nom/voc/acc pl ἀμυσχρά̱ , ἀμυσχρός undefiled fem nom/voc/acc dual ἀμυσχρά̱ , ἀμυσχρός undefiled fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμυσχρόν — ἀμυσχρός undefiled masc acc sg ἀμυσχρός undefiled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμυχνός — ἀμυχνός, ή, ὸν (Α) βλ. ἀμυσχρός …   Dictionary of Greek

  • αμυχρός — ἀμυχρός, ά, ὸν (Α) βλ. ἀμυσχρός …   Dictionary of Greek

  • meug-2, meuk- —     meug 2, meuk     English meaning: to slide, slip     Deutsche Übersetzung: A. ‘schlũpfen, schlũpfrig”, out of it ‘schleimig, Schleim”; andererseits B. “darũber streichen, gleiten, entgleiten”     Note: also with anlaut. s     Material: A.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.